der Beruf
A1
Noun
/bəˈʁuːf/
Σημασίες
επάγγελμα
Προφορά
ντερ Μπε-ρουφ
Μορφές λέξης
dem Beruf
Dativ Singular
το επάγγελμα
den Beruf
Akkusativ Singular
το επάγγελμα
der Beruf
Nominativ Singular
επάγγελμα
des Berufs
Genitiv Singular
του επαγγέλματος
die Berufe
Nominativ Plural
επαγγέλματα
Κλίσεις
Παραδείγματα προτάσεων
A1
Mein Beruf ist Lehrer.
Το επάγγελμά μου είναι δάσκαλος.
A2
Ich bin mit meinem Beruf sehr zufrieden.
Είμαι πολύ ικανοποιημένος με το επάγγελμά μου.
B1
Die Wahl des richtigen Berufs ist für viele Menschen eine wichtige Entscheidung.
Η επιλογή του σωστού επαγγέλματος είναι μια σημαντική απόφαση για πολλούς ανθρώπους.
B2
Obwohl mein Beruf manchmal stressig ist, bietet er mir die Möglichkeit, mich beruflich und persönlich weiterzuentwickeln.
Αν και το επάγγελμά μου είναι μερικές φορές αγχωτικό, μου δίνει την ευκαιρία να εξελιχθώ επαγγελματικά και προσωπικά.