der Alltag

A1 Noun

/ˈaltˌtaːk/

der Alltag

Σημασίες

η καθημερινότητα

Προφορά

ντερ Άλτακ

Μορφές λέξης

dem Alltag
Dativ Singular
η καθημερινότητα
den Alltag
Akkusativ Singular
την καθημερινότητα
der Alltag
Nominativ Singular
η καθημερινότητα
des Alltags
Genitiv Singular
της καθημερινότητας
die Alltage
Nominativ Plural
οι καθημερινότητες

Κλίσεις

Παραδείγματα προτάσεων

A1

Der Alltag ist manchmal stressig.

Η καθημερινότητα είναι μερικές φορές αγχωτική.
A2

Im Alltag fahre ich jeden Morgen mit dem Bus zur Arbeit.

Στην καθημερινότητά μου, παίρνω το λεωφορείο για τη δουλειά κάθε πρωί.
B1

Ein gut geplanter Alltag hilft mir, meine Arbeit und meine Freizeit besser zu organisieren.

Μια καλά οργανωμένη καθημερινότητα με βοηθά να οργανώνω καλύτερα τη δουλειά και τον ελεύθερο χρόνο μου.
B2

Obwohl der Alltag oft hektisch ist, versuche ich, genügend Zeit für meine Familie und meine persönlichen Interessen zu finden.

Αν και η καθημερινότητα είναι συχνά γεμάτη ένταση, προσπαθώ να βρίσκω αρκετό χρόνο για την οικογένειά μου και τα προσωπικά μου ενδιαφέροντα.