das Ziel

A1 Noun

/tsiːl/

Σημασίες

ο προορισμός

Προφορά

ντας τσιλ

Μορφές λέξης

das Ziel
Nominativ Singular
ο στόχος
dem Ziel
Dativ Singular
στον προορισμό
des Ziels
Genitiv Singular
του στόχου
die Ziele
Plural
οι στόχοι

Κλίσεις

Παραδείγματα προτάσεων

A1

Mein Ziel ist, Deutsch zu lernen.

Ο στόχος μου είναι να μάθω γερμανικά.
A2

Ich habe mein Ziel erreicht.

Έχω πετύχει τον στόχο μου.
B1

Wenn ich mein Ziel erreichen will, muss ich jeden Tag üben.

Αν θέλω να πετύχω τον στόχο μου, πρέπει να εξασκούμαι κάθε μέρα.
B2

Obwohl das Ziel zunächst unerreichbar schien, konnte sie es durch Geduld und harte Arbeit erreichen.

Αν και ο στόχος αρχικά φαινόταν ανέφικτος, κατάφερε να τον πετύχει με υπομονή και σκληρή δουλειά.